Η πρώιμη μορφή του χορού ήταν μια χορευτική παντομίμα. Τα θέματά της ήταν παρμένα από παιδικά παιχνίδια (πάνινες κούκλες και χαρταετούς), αγροτικές εργασίες και από τις περιπέτειες των άτακτων αγοριών που όμως δεν ξέφευγαν ποτέ από την επίβλεψη των γιαγιάδων τους. Γίνεται γνωστή ως Rumba del tiempo de Espana. Μετά από τις επιρροές που δέχεται από τους χορούς Yuka και Makuta της Δυτικής Αφρικής, δημιουργείται μια ζευγαρωτή μορφή του χορού που του προσδίδει έναν ευγενικό και παράλληλα σαγηνευτικό χαρακτήρα, ενώ επιτρέπει στο χορευτή να αυτοσχεδιάσει επάνω στον ρυθμό οδηγώντας στην δημιουργία διαφορετικών ρυθμικών παραλλαγών στον χορό. Αυτή η «κομψή» μορφή του χορού γίνεται γνωστή ως Rumba Yambu ή Rumba de Cajon.

Ο ρυθμός της είναι αργός και θεωρείται ως η παλαιότερη ολοκληρωμένη μορφή Rumba, αφού την συναντάμε σε αναφορές που χρονολογούνται στα μέσα του 19ου αιώνα. Στα μέσα του 1800, στις αστικές περιοχές της Κούβας, το χορευτικό ζευγάρι αρχίζει να μικραίνει την απόσταση μεταξύ του. Χορεύουν πιο κοντά, σε πιο γρήγορο ρυθμό και με έντονο το στοιχείο της ερωτικής πολιορκίας της ντάμας από τον καβαλιέρο, δημιουργώντας μια νέα μορφή, την Rumba Guaguanco. Το 1880, η ανάπτυξη των φυτειών ζάχαρης φέρνει ακόμα μεγαλύτερους αριθμούς Αφρικανών σκλάβων στην Κούβα, ενισχύοντας την εγχώρια βιομηχανία με επιπλέον εργατικά χέρια. Πάρα πολλοί άντρες στοιβάζονται στις αγροτικές περιοχές γύρω από τα σημεία συγκομιδής και επεξεργασίας της ζάχαρης. Όταν δεν δουλεύουν χορεύουν μεταξύ τους με την μορφή διαγωνισμού, δημιουργώντας έναν νέο τύπο, την Rumba Columbia. Με την κατάργηση της δουλείας το 1886 πολλοί απελευθερωμένοι σκλάβοι μετακινούνται στα προάστια των μεγάλων πόλεων και ζουν ανάμεσα σε ιθαγενείς και φτωχούς αποίκους. Οι περιοχές αυτές έχουν περιμετρικά καταλύματα ενώ μοιράζονταν έναν μεγάλο ελεύθερο χώρο ως κεντρική αυλή και ονομάζονταν solares. Αυτές οι αυλές, οι δρόμοι και τα κέντρα των προαστίων, θα παίξουν τον ρόλο του σημείου ανταλλαγής μουσικής και χορού μεταξύ των κατοίκων τους. Με τον τρόπο αυτό η Rumba ταξιδεύει από τις αγροτικές επαρχίες στις πόλεις, έρχεται σε μίξη με καινούργια στοιχεία διαμορφώνοντας καινούργιες μορφές, ενώ αργότερα ο σιδηρόδρομος θα την εξαπλώσει σε όλη την χώρα, φέρνοντας διαφορετικές μορφές της σε επαφή μεταξύ τους συνεχίζοντας την εξέλιξή της.

Εξαιτίας των έντονων Αφρικανικών στοιχείων της, η Rumba δεν είναι αποδεκτή από την κοινωνία των λευκών. Την θεωρούν προκλητική, πρόστυχη και απόδειξη της χαμηλής κουλτούρας των φτωχών και των σκλάβων. Όμως πολλοί χορευτές, δάσκαλοι και καλλιτεχνικοί παραγωγοί την αναδιαμορφώνουν στο όνομα ενός «ανώτερου» λευκού πολιτιστικού επιπέδου και ο χορός διαφοροποιείται από την παραδοσιακή του μορφή. Η Rumba έρχεται σε μίξη με τον χορό Son, αφομοιώνοντας αρκετά από τα στοιχεία του που αφορούν το στήσιμο του χορευτικού ζευγαριού. Αυτό είναι και το εισιτήριό της για την κοινωνική αποδοχή της από τους λευκούς. Αυτή η νέα Rumba έχει πιο αργό ρυθμό, είναι οπτικά πιο «εκλεπτυσμένη» σε σχέση με την παραδοσιακή Rumba και εκτελείται με το ζευγάρι σε αντικριστή θέση. Γίνεται ιδιαίτερα δημοφιλής στην μεσαία κοινωνική τάξη της Κούβας, ενώ η νέα αυτή μορφή θα γίνει η βάση στην οποία θα δημιουργηθεί η Rumba του American Style. Το 1930, μια καινούργια μορφή προερχόμενη από τον συνδυασμό της πρώτης (αγροτικής) μορφής της Rumba Guaguanco, της Guaracha, του Son και του Κουβανέζικου Bolero, θα κάνει την εμφάνισή της στην Αμερική, ανοίγοντας τον δρόμο για την παγκόσμια καθιέρωσή της. Η Rumba αφού τροποποιήθηκε αρκετά, έτσι ώστε να υπόκειται στους κανόνες των Latin χορών, ενσωματώθηκε στην διδακτική ύλη των σχολών χορού διεθνώς και καθιερώθηκε στις αγωνιστικές κατηγορίες του American & International style. Θεωρείται ως ο πιο ερωτικός Latin χορός με χαρακτηριστική την ερωτική διάθεση και την αλλαγή συναισθημάτων, που προκαλείται ανάμεσα στον άντρα και την γυναίκα.